Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Φλωρινιώτικες παλιές Πρωτοχρονιές

Το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς έβγαιναν οι γύφτισσες με τα μακριά πολύχρωμα φουστάνια τους, με τσεμπέρια στα κεφάλια τους και τα ντέφια στα χέρια και τραγουδούσαν χριστιανικά αγιοβασιλιάτικα τραγούδια, αν και οι ίδιες ήταν μουσουλμάνες. Οι γύφτισσες χτυπούσαν τις πόρτες τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν χρήματα ή κεράσματα, τα οποία έριχναν στα ταγάρια τους.
Έβγαιναν και τα παιδιά στους δρόμους, και
κρατούσαν κλαδάκια κέδρου (σπρένκας). Χτυπούσαν τις πόρτες και τραγουδούσαν: «Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά ….» ή το τραγούδι: «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία…». Ήταν τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου, που τα τραγουδούσαν την τελευταία ημέρα του χρόνου. Οι νοικοκυρές τους έδιναν κέρματα και κεράσματα, όμως τα κάλαντα αυτά δεν είχαν μεγάλη συμμετοχή, όπως στα κάλαντα των Χριστουγέννων. Τα κάλαντα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς κρατούσαν μέχρι το μεσημέρι.
Το απόγευμα της παραμονής οι νοικοκυρές ζύμωναν τις βασιλόπιτες. Η μια βασιλόπιτα που ήταν σαν τσουρέκι και πάνω έγραφαν με άχνη ζάχαρη την χρονιά που ερχόταν, προοριζόταν για τα μεσάνυχτα. Η άλλη βασιλόπιτα ήταν πίτα που θα κοβόταν το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Αυτή ήταν πίτα με δώδεκα ψημένα φύλλα και γέμιση από κιμά. Και οι δυο βασιλόπιτες γινόταν σε στρόγγυλα ταψιά. Και οι δυο είχαν «παρά», το φλουρί δηλαδή, που ήταν ένα καλά πλυμένο και γυαλισμένο κέρμα. Έβραζαν και μια κότα και την έκαναν κοτόσουπα που θα συνόδευε την κρεατόπιτα. Το γλυκό της Πρωτοχρονιά ήταν το κανταΐφι.
Το βράδυ της παραμονής μαζευόταν όλοι νωρίς στο σπίτι για να κάνουν μπάνιο στη σκάφη και να τους βρει καθαρούς ο νέος χρόνος. Τα μεσάνυχτα με την αλλαγή του χρόνου αγκαλιαζόταν, φιλιόταν και έδιναν ευχές για την νέα χρονιά. Έσβηναν την λάμπα πετρελαίου και τα κεριά και τα άναβαν πάλι. Ο νέος χρόνος ερχόταν με νέο φως. Αυτό το έθιμο τήρησαν και οι πρώτες ηλεκτρικές εταιρίες και αργότερα για πολλά χρόνια η ΔΕΗ και κατέβαζαν τον διακόπτη και έκοβαν το ρεύμα σε όλη την Φλώρινα για λίγα δευτερόλεπτα. Και σαν άναβε το φως, ο γεροντότερος και συνήθως ο παππούς γύριζε τρεις φορές το ταψί της πίτας, την σταύρωνε με το μαχαίρι και την έκοβε σε μετρημένα κομμάτια. Όλοι είχαν το κομμάτι τους, καθώς και η Παναγιά, ο Χριστός και το σπίτι. Όποιος έβρισκε τον παρά ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Μετά ήταν η σειρά της τράπουλας και όλοι μικροί και μεγάλοι έπαιζαν με φασόλια για το καλό του χρόνου. Παλιά έπαιζαν με την τράπουλα το παιχνίδι «Αβησσυνία» και όποιος έχανε δεχόταν την μαύρη στάμπα στο μάγουλο από το στόμιο ενός φλιτζανιού, που ήταν μαυρισμένο με καπνιά, από την σόμπα. Έπαιζαν όμως και «τριανταμία» και «εικοσιμία» με φασόλια.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς έβγαιναν οι «Μπαμπάρηδες» με μαυρισμένα πρόσωπα, ντυμένοι με δέρματα και στις ζώνες τους κρεμασμένα μικρά και μεγάλα κουδούνια. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, τραγουδούσαν και χόρευαν και οι νοικοκυρές τους έδιναν χρήματα και κεράσματα. Μπαμπάρηδες ντύνονταν μόνο αυτοί που έμεναν στην γειτονιά Τσιφλίκι. Το Τσιφλίκι ήταν μια φτωχογειτονιά όπου κατοικούσαν φτωχοί χριστιανοί, κυρίως γεωργοί, όπου επικρατούσαν τα αγροτικά έθιμα. Πριν το 1940 όμως, το έθιμο των Μπαμπάρηδων χάθηκε, επειδή η ζωή στο Τσιφλίκι άρχισε να αλλάζει και να αστικοποιείται.
Το μεσημέρι το περίμεναν όλοι και ιδιαίτερα τα παιδιά, επειδή ο παράς στην κρεατόπιτα ήταν μεγαλύτερο κέρμα από αυτόν της προηγούμενης βασιλόπιτας. Οι νοικοκυρές έστρωναν το γιορτινό τραπέζι και τοποθετούσαν το ταψί της πίτας στη μέση. Ο γεροντότερος του σπιτιού σταυροκοπιόταν, την γυρνούσε τρεις φορές, την σταύρωνε με το μαχαίρι και την έκοβε σε κομμάτια. Όλοι έψαχναν το κομμάτι τους για να βρουν τον παρά και μετά άρχιζαν το φαγητό που ήταν κρεατόπιτα και κοτόσουπα.
Το βράδυ άρχιζαν οι επισκέψεις, πρώτα στους Βασίληδες και τις Βασιλικές και μετά στα συγγενικά σπίτια.  

 Δημήτρης Μεκάσης

2 σχόλια:

  1. Υπέροχη αφήγηση από τον αγαπητό μας φίλο Δημήτρη Μεκάση, που μεθοδευμένα παρουσιάζει στοιχεία από τη λαϊκή μας παράδοση, τα έθιμα και τις συνήθειες του τόπου μας. Ίσως για τους νέους να φαντάζουν περίεργα και ενδεχομένως αδιάφορα, αλλά για όλους εμάς που τα ζήσαμε είναι μνήμες νοσταλγικές που είχαν σημαδέψει τη ζωή μας. Κι όσο περνά ο χρόνος, τόσο περισσότερο κοντεύουν να χαθούν. Κι άλλη φορά από αυτήν τη στήλη, αυτόκλητα, έχω γράψει πως αυτή η απίθανη συλλογή του Δημήτρη Μεκάση πρέπει να τύχει επιμελημένης προσοχής από τονΔήμο, τον Αριστοτέλη,τους πολιτιστικούς φορείς, ώστε να αποτελέσει σοβαρή και ελκυστική για τη νέα γενιά έκδοση. Χρόνια πολλά συμπατριώτες
    Σπύρος Παπουτσής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ Δημήτρη αποτελείς δέσμη ακτίνων φωτός, αφού φωτίζεις πτυχές της τοπικής ιστορίας, άγνωστες στους περισσοτέρους. Όσο αφορά το έθιμο ε το φως, θυμάμαι τον Κοεμτζόπουλο που είχε το παγοποιείο. Διέθετε πολύ ισχυρή γεννήτρια, η οποία κάλυπτε τις τότε ανάγκες της πόλης σε ηλεκτρικό ρεύμα. Κάθε πρωτοχρονιά έκλεινε την παροχή ρεύματος για λίγα δευτερόλεπτα, όπως ακριβώς περιγράφεις. Σε ευχαριστούμε για όλα τα στοιχεία που μας δίνεις και για τις πολύ καλές αναμνήσεις. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σε όλους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή