Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Οι σβούρες

Σβούρες μικρού και μεσαίου μεγέθους με κορδόνι  


Γράφει ο Δημήτρης Μεκάσης
Η γειτονιά ήταν ο χώρος όλων των παιχνιδιών. Τότε που κάθε εποχή είχε τα δικά της παιχνίδια. Τότε που οι δρόμοι γέμιζαν παιδιά και κάθε παρέα διάλεγε ποιο παιχνίδι θα παίξει. Τρέξιμο και παιχνίδια, μέχρι του σκοτείνιαζε και τα παιδιά μαζεύονταν στα σπίτια, μετά το γνωστό
προσκλητήριο των μανάδων, που φώναζαν τα ονόματα των παιδιών μέσα στο σκοτάδι και αυτά ανταποκρίνονταν με μια καταφατική κραυγή.
Ένα από τα πολλά παιχνίδια ήταν και η σβούρα, η ξύλινη σβούρα, που χωρούσε στην παλάμη του παιδιού. Την κρατούσε σφιχτά και ήταν έτοιμο να συναγωνιστεί με τα άλλα παιδιά. Διάλεγαν  ένα μέρος, όπου το χώμα ήταν σκληρό και επίπεδο. Το παιδί τύλιγε το κορδόνι στην σβούρα και έδινε φόρα περιστρέφοντας το χέρι από πίσω προς τα πάνω και μετά με δύναμη προς τα κάτω και άφηνε την σβούρα να πέσει στο έδαφος με μεγάλη ταχύτητα. Ο τρόπος αυτός ονομαζόταν «χτυπητά». Ο άλλος τρόπος ήταν ο  «πεταχτός», καθώς το παιδί πετούσε με δύναμη την σβούρα, έχοντας το χέρι παράλληλα προς το έδαφος. Η σβούρα έπεφτε στο χώμα και στριφογύριζε, καθώς είχε πάρει περιστροφική κίνηση από το κορδόνι, και έπαιρνε τόση δύναμη που περιστρεφόταν μερικά λεπτά. Τα παιδιά έριχναν τις σβούρες τους όλοι μαζί.  Οι σβούρες, η μια μετά την άλλη, σταματούσαν να περιστρέφονται και έγερναν ακίνητες στο έδαφος. Αυτή που έπεφτε τελευταία χάριζε την νίκη στο παιδί που την είχε ρίξει. Έπαιζαν με τις σβούρες πολλές ώρες, κάνοντας και μερικά διαλείμματα για να ξεκουραστούν και να σχολιάσουν τις επιδόσεις τους.
Άλλο παιχνίδι με τις σβούρες ήταν ο «κύκλος». Χάραζαν έναν κύκλο στο χώμα και όλοι έριχναν μέσα σε αυτόν τις σβούρες τους, που ήταν ακίνητες ή εν κινήσει. Ένα από τα παιδιά έριχνε την σβούρα του και έπρεπε να χτυπήσει και να βγάλει μερικές σβούρες έξω από τον κύκλο και ταυτόχρονα και στριφογυρίζει η δική του μέσα στον κύκλο. Σειρά είχε το επόμενο παιδί. Όλοι με την σειρά και όποιο παιδί κατάφερνε να βγάλει από τον κύκλο τις περισσότερες σβούρες ήταν ο νικητής. Πολλές φορές τα παιδιά παίζανε τις σβούρες τους  και ο νικητής κέρδιζε τις σβούρες των άλλων.
Ήταν και το «ρίξιμο της σβούρας», που την πετούσαν  μακριά, σαν να έριχναν πέτρα. Η σβούρα με το πέσιμό της στο έδαφος έπρεπε να γυρίζει. Τότε η βολή αυτή ήταν έγκυρη. Όποιο παιδί την έριχνε  πιο μακριά ήταν ο νικητής.
Ένα άλλο παιχνίδι  ήταν «το νανούρισμα της σβούρας».  Η σβούρα είχε καρφάκι στην άκρη και όχι πρόκα. Με δύναμη την έριχναν πάνω στο τραπέζι, έτσι που  να κινείται και να διαγράφει κύκλους. Κάποια στιγμή η σβούρα έφτανε στην άκρη του τραπεζιού, και πριν πέσει κάτω έβαζαν την τεντωμένη παλάμη τους, και πάνω σε αυτή στριφογύριζε. 
Πλησίαζαν την παλάμη στο αυτί, καθώς η σβούρα στριφογύριζε και άκουγαν ένα νανούρισμα, που ήταν ο ήχος της σβούρας που εξακολουθούσε να γυρίζει μέσα στην παλάμη. Τότε έλεγαν «η σβούρα κοιμάται».  Την ίδια έκφραση χρησιμοποιούσαν, όταν η σβούρα γύριζε με μεγάλη ταχύτητα στο έδαφος και φαινόταν σαν να είναι ακίνητη.
Οι σβούρες κυκλοφορούσαν σε τρία μεγέθη. Ήταν οι μικρές, οι μέτριες και οι μεγάλες. Οι μέτριες ήταν οι καλύτερες και αυτές προτιμούσαν τα παιδιά. Ήταν ξύλινες και στο κάτω μέρος είχαν μια πρόκα ή ένα καρφάκι. Πάνω στην πρόκα περιστρεφόταν η σβούρα. Ήταν και το κορδόνι της, που το τύλιγαν από την πρόκα μέχρι την μέση της σβούρας. Με αυτό το κορδόνι έδιναν την περιστροφική κίνηση στην σβούρα, καθώς την άλλη άκρη του κορδονιού την κρατούσε σφιχτά το παιδί. Απλά πράγματα, όμως για να γυρίσει σωστά και αρκετή ώρα έπρεπε τα παιδιά να είναι εξασκημένα και να γνωρίζουν καλά τα μυστικά των κινήσεων, που έπρεπε να κάνουν. Η παρατεταμένη περιστροφή οφειλόταν στην επιδεξιότητα των παιδιών και όχι στην ποιότητα της σβούρας.
Τις σβούρες τις έφτιαχναν οι τορναδόροι μαραγκοί της Φλώρινας. Τελευταίος που έφτιαχνε σβούρες ήταν ο Πέτρος Μάνης στην οδό Ταγματάρχου Φουλεδάκη. Ο Μάνης έφτιαχνε σβούρες χωρίς να παίρνει χρήματα. Έλεγε στα παιδιά να φέρουν ένα μεγάλο καυσόξυλο δρυός. Από αυτό έκοβε ένα κομματάκι για την σβούρα και το υπόλοιπο τα κρατούσε για να το κάψει στην σόμπα του μαγαζιού του. Αυτό ήταν το κέρδος του. Ο Μάνης δούλευε το ξύλο στον τόρνο και έφτιαχνε την σβούρα. Κάρφωνε και μια πρόκα ή ένα καρφάκι, και η σβούρα ήταν έτοιμη. Τις σβούρες του Μάνη, που είχαν το χρώμα του φυσικού ξύλου, τα παιδιά τις έβαφαν κόκκινες την Μεγάλη Πέμπτη, στο ίδιο χρώμα που έβαφαν τα αυγά. Επίσης κάποιοι έκαμναν διάφορα σχέδια με στυλό, πάνω στο φυσικό χρώμα του ξύλου.
Σβούρες πουλούσαν και μερικά παντοπωλεία, αλλά και το ψιλικατζίδικο του Γκόγκα, και στο μαγαζί του Θωμάκη Παγίνα. Αυτές  ήταν του εμπορίου, όπως έλεγαν, και ήταν πολύ περιποιημένες και βαμμένες σε κεραμιδί και σε σκούρο πράσινο χρώμα. Τα χρώματα αυτά ήταν ματ και απορροφημένα από το ξύλο. Το κορδόνι ήταν λευκό και πουλιόταν μαζί με την σβούρα. Φθηνές ήταν οι σβούρες και προσιτές σε όλα τα παιδιά.  Αργότερα όταν άνοιξαν μερικά καταστήματα παιχνιδιών, οι σβούρες πουλιόταν με όλα τα άλλα παιχνίδια. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, κυκλοφόρησαν στα καταστήματα παιχνιδιών μεταλλικές μεγάλες σβούρες, που περιστρεφόταν με άλλον τρόπο. Αυτές ήταν για τα μικρότερα παιδιά και δεν είχαν καμιά σχέση με τις ξύλινες σβούρες, όπου το παιδί ρίχνοντάς την μπορούσε να επιδείξει τις ικανότητες τους, που τις είχε αποκτήσει μετά από πολλή εξάσκηση.
Υπήρχαν και οι μικρές σβούρες για παιδικό τζόγο.  Αυτές ήταν κοκάλινες ή πλαστικές και είχαν ύψος τρία εκατοστά περίπου. Είχαν πολλές πλευρές και κάθε μια έγραφε «πάρτα όλα», «πάρε ένα», «δώσε δύο» κλπ. Τα παιδιά έπαιζαν με πετραδάκια ή χαρτάκια στριφογυρίζοντας την σβούρα με τα δάχτυλά τους, τον αντίχειρα και τον δεικτικό.
Με την πάροδο του χρόνου ήρθαν άλλα παιχνίδια και παραμέρισαν τις σβούρες. Έμειναν όμως μερικές εκφράσεις στον καθημερινό μας λόγο για να θυμίζουν αυτό το παιχνίδι. Λέμε: «Γυρίζει σαν σβούρα», «Είναι σβούρας», για να δηλώσουμε τον αεικίνητο παιδί. Το παρατσούκλι «Σβούρας» δήλωνε τα υπερκινητικά παιδιά.
 Αναβίωση των παλιών παιχνιδιών γίνεται κάθε χρόνο από τον Πέτρο Γουμπερίτση στο Νέο Πάρκο, στην διάρκεια των θερινών εκδηλώσεων του Δήμου Φλώρινας. Από το Πέτρο μπορούν τα παιδιά να γνωρίσουν και να μάθουν τα μυστικά της σβούρας. Μια φορά τον χρόνο ας παίξουν και αυτά το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών άλλων εποχών.
Δημήτρης Μεκάσης



2 σχόλια:

  1. ΤΑΚΗ ΕΙΣΑΙ ΑΠΙΘΑΝΟΣ. ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΗΣ ΤΑ ΠΑΛΙΑ. Ο ΦΙΛΟΣ ΣΟΥ Π.Π





    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Προσωπικά σε ευχαριστώ για άλλη μια φορά, για την πολύ όμορφν αναδρομή στα παιδικά μας χρόνια. Διαβάζοντας για τις σβούρες θυμήθηκα και άλλα παιχνίδια της εποχής, όπως: α) Το τσιλίκι και β) Τις ξιφομαχίες με ασπίδα τον πάτο από κάποιο μεταλλικό βαρέλι από αυτά που είχαν πίσσα όταν ασφαλτοστρώνομταν οι δρόμοι της πόλης και για κράνος φορούσαμε το σουρωτήρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή