Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Αριστεία: «Ρετσινιά» ή παλληκαριά;*

Αρχιμ. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης,
Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Είναι κοινός τόπος η διαπίστωση ότι η Παιδεία μας νοσεί και προς θεραπεία υφίσταται τακτικά αλλαγές, κατά τη βούληση του εκάστοτε υπουργού, ο οποίος φιλοδοξεί να θέσει τη σφραγίδα του.

Η Παιδεία αποβλέπει στη νοητική και ψυχική καλλιέργεια του παιδιού. ΄Αλλωστε παράγεται από το ρ. “παιδεύω” που δηλώνει την εκπαίδευση, αυτήν που στοχεύει στην εκδήλωση και ανύψωση των ικανοτήτων του παιδιού˙ όχι βέβαια στην τιμωρητική του αγωγή, όπως παλαιότερα σήμαινε το ρήμα. Η λ. “Παιδεία” εμπεριέχει «τον βασικό άξονα της σύγχρονης θεωρίας του πολιτισμού», δηλαδή, την εκπαίδευση, την ανατροφή του παιδιού, την κοινωνικοποίησή του (socialization) ή την ένταξή του στον πολιτισμό (acculturation), όπως έγραφε η αείμνηστη ΄Αλκη Κυριακίδου-Νέστορος1
Η Παιδεία, όπως προείπα, αποβλέπει και στην προαγωγή, στην εξέλιξη του παιδιού, που προϋποθέτει τον συναγωνισμό, όχι όμως τον ανταγωνισμό. Είναι έξω από το πνεύμα της Παιδείας η βαθμοθηρία, ο άνευ ορίων ανταγωνισμός, ο σκληρός λόγος “ο θάνατός σου, ζωή μου”, ο νεποτισμός, αλλά και η παραγωγή μετριοτήτων, η μετριοκρατία. Η Παιδεία επιτρέπει την ευγενή άμιλλα, την ανάδειξη των καλυτέρων, των αρίστων.
Η λ. “άριστος” είναι τόσο παλιά, όσο και ο ΄Ομηρος. Η λ. “άριστος” στον ΄Ομηρο δηλώνει πρωταρχικά αυτόν που υπερέχει έναντι όλων κατά τα εξωτερικά προτερήματα, ιδίως κατά τη δύναμη. Γι’ αυτό σημαίνει τον ρωμαλεότατο2
 Απαντά, επίσης, στην περιώνυμη φράση: «Εἷς οἰωνός ἄριστος, ἀμύνεσθαι περί πάτρης» (Ιλιάδα Μ 243). Οι Τρώες ανησυχούσαν -και συγκεκριμένα ο Πολυδάμας- διότι ο οιωνός δεν ήταν ο καλύτερος˙ δηλαδή από το πέταγμα του αετού που κρατούσε και πέταξε ανάμεσα στους Τρώες το κοκκινόχρωμο φίδι δεν προμηνύονταν καλή έκβαση στη μάχη με τους Αχαιούς. Τότε ο ΄Εκτορας απάντησε ότι το πιο καλό, το άριστο, σημάδι είναι να υπερασπίζεσαι την πατρίδα σου. Προφανώς η λ. συνδέεται με τη γενναιότητα.
 Αυτήν τη σύνδεση επιβεβαιώνει και η λ. “αριστεία” που απαντά στην τραγωδία του Σοφοκλή “Αίας” (στ. 443)3, όπου ο ομηρικός ήρωας τρελαίνεται και αυτοκτονεί, διότι νικήθηκε στην κρίση των όπλων του Αχιλλέα. “Αριστεία” είναι η γενναιότητα, η παλληκαριά, η ανδρεία στη μάχη. Δεν είναι άσχετη και η επιλογή αυτής της λέξης από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους ως τίτλου ραψωδιών της Ιλιάδος, όπως Αγαμέμνονος αριστεία η Λ, Διομήδους αριστεία η Ε.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι λ. “άριστος” -υπερθετικός του αγαθός, εκ του ομηρικού αρείων- και “αριστεία” είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη γενναιότητα, την παλληκαριά, την υπεροχή.
Το ρ. “αριστεύειν” σημαίνει, επίσης, την πρωτιά στο άλλο γνωστό παράθεμα του Ομήρου: «Αἰέν ἀριστεύειν καί ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδέ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν» (Ιλιάδα Ζ, 208). Ο Ιππόλοχος έδωσε στον υιό του Γλαύκο, αρχηγό των Λυκίων, την εντολή να είναι πάντα πρώτος, να ξεπερνά τους άλλους και να μη ντροπιάζει τη γενιά των προγόνων του. Το ίδιο ρήμα απαντά και σε περιγραφές μαχών4
Επομένως, το να είσαι άριστος απαιτεί γενναιότητα, θυσίες και ανδρεία. Αυτό, δηλαδή, που χρειάζεσαι για να είσαι άριστος στο σχολείο, είναι να έχεις το θάρρος, τη γενναιότητα να διακριθείς με μία ευγενή άμιλλα, χωρίς ανταγωνισμούς και άνομα μέσα.
Χρειάζεται, όμως, η αριστεία στα σχολεία μας; Χρειάζονται οι έπαινοι και οι διακρίσεις; 
Είμαστε όλοι μάρτυρες μιας καινοφανούς και πρωτοφανούς ρήσεως που εξήλθε προ τριετίας από το έρκος των οδόντων του τότε διατελούντος υπουργού Παιδείας5 και αποτελεί σύγχυση εννοιών: Η αριστεία είναι «ρετσινιά»˙ προφανώς ότι είναι μία κηλίδα, ένα στίγμα, ένα ελάττωμα, μία κατηγορία που στιγματίζει και ακολουθεί τον μαθητή σε όλη τη διαδρομή του. Όπως γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, «μάλλον δέσμιος στα αφελή στερεότυπα μιας λαϊκίστικης, ισοπεδωτικής εκδοχής της δημοκρατίας», χαρακτήρισε την αριστεία σαν «ρετσινιά» και τα Πρότυπα σχολεία σαν «θεσμοποιημένη κοινωνική ανισότητα»6
Δυστυχώς, δεν γίνεται αντιληπτό ότι η ευγενής άμιλλα των μαθητών δεν είναι μεμπτή. Αντίθετα, είναι συνώνυμη με τη χαρά να δημιουργούν, να καινοτομούν, να εργάζονται, να ερευνούν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από το να προσπαθείς, να κοπιάζεις για να κατακτήσεις τη γνώση.
Ορθώς η γνώση παρομοιάζεται με τα διαδοχικά τείχη των καλά οχυρωμένων πόλεων της αρχαιότητος. Η κατάληψη ενός τείχους δεν σήμαινε και την άλωση της πόλεως. ΄Επρεπε να καταληφθούν όλα τα τείχη. ΄Επρεπε να χρησιμοποιηθούν ακόμη και οι πολιορκητικοί κριοί. “Πολιορκητικός κριός” είναι το μεράκι των μαθητών να ανεβάσουν το μορφωτικό τους επίπεδο, να γίνουν οι καλύτεροι, να ξεχωρίσουν, όπως ο πρώτος δρομέας ξεχωρίζει και κόβει το νήμα στον τερματισμό. Και όσο γενναίος και τολμηρός είσαι για να καταλάβεις τα τείχη μιας πόλεως, άλλο τόσο γενναίος και πιο τολμηρός πρέπει να είσαι για να εκπορθήσεις τα τείχη της γνώσεως.
Γιατί να κατηγορείται η άμιλλα; H λ. “άμιλλα” ανάγεται στην αρχαία λ. “άμα”. Δηλαδή όλοι μαζί, από κοινού, προσπαθούμε για να διακριθούμε. Δεν είμαστε αντίπαλοι, όπως οι παλαιστές που στους Ολυμπιακούς αγώνες αγωνίζονταν ποιος να καταβάλει τον αντίπαλό του. Είμαστε συναγωνιστές. Αγωνιζόμαστε μαζί τον καλό αγώνα της γνώσεως, προκειμένου κάποιος να αριστεύσει και να καταξιωθεί, να ανακηρυχθεί άξιος στην ζωή του, να κάνει το καθήκον του. ΄Οπως έλεγε ο I. Kant, «κοιμήθηκα και ονειρεύθηκα ότι η ζωή είναι γλυκειά. Ξύπνησα και είδα ότι η ζωή είναι καθήκον».
Η αριστεία νοηματοδοτείται από την ποιότητα. Αποτιμάται με βάση κανόνες και αξίες παγκοσμίου ισχύος. Αποτελεί την ανώτατη διάκριση και έρχεται ως αποτέλεσμα της «επαναλαμβανόμενης εκπλήρωσης μιας αποστολής με εξαιρετικά επιτυχή τρόπο». Είναι αέναη διαδικασία για βελτίωση, θέσπιση και κατάκτηση στόχων. Είναι προπαντός «ο χειρότερος εχθρός του Προκρούστη».
Η Ελλάδα της κλασικής εποχής ενθάρρυνε την αριστεία. Την επιβράβευε με τιμές εν ζωή και υστεροφημία μετά τον θάνατο. Ο Περικλής τόνιζε την αξία της αρετής και της αριστείας στην Αθήνα7 Αλλωστε οι Αθηναίοι αγαπούσαν το ωραίο και ήσαν απλοί: «Φιλοκαλοῡμεν μετ’ εὐτελείας»8. Χάριν των ολυμπιονικών, δηλαδή των αρίστων αθλητών, γκρέμιζαν τα τείχη. Δεν είχαν, βέβαια, τις προλεταριακές αξίες9. Το Βυζάντιο, ως συνέχεια της αρχαίας Ελλάδος, αξιοποίησε τους αξίους και την αριστεία. Τους αρίστους δεν επέλεξε ο Ιουστινιανός για να κτισθεί η Αγία Σοφία, αυτό το απαράμιλλο έργο τέχνης, με το απέριττο κάλλος του, το καύχημα των Ορθοδόξων;
Η αριστεία, κατά τον πρώην υπουργό Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο, είναι «ως φάρος που καθοδηγεί τους πολίτες να αναζητήσουν και να αγωνιστούν για το καλύτερο». Όταν όλοι έχουν την ευκαιρία να συναγωνισθούν τίμια και να διακριθούν, αποφεύγεται η «προκρούστεια ισοπέδωση στον κατώτατο παρονομαστή»10.
Γιατί άραγε η φιλομάθεια, η εργώδης προσπάθεια, η ευγενής άμιλλα και η επιβράβευση των αξίων δεν πρέπει να παίζουν κανένα ρόλο στο Σχολείο και κατ’ επέκταση στην επαγγελματική διαδρομή του ανθρώπου; Γιατί το υπουργείο να στερεί από μαθητές ποιοτικές επιλογές, όπως συμβαίνει με τα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, με διάθεση δήθεν πατερναλιστική, αλλά κατ’ ουσίαν ιδεοληπτική;
Η ποιοτική εκπαίδευση έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την αξιολόγηση των μαθητών, επομένως τις εξετάσεις. Αυτό δεν εμποδίζει τους μαθητές πτωχότερων οικογενειών να αγωνισθούν περισσότερο για να εισαχθούν σε αυτά τα σχολεία. Το πτωχό παιδί, διά της αριστείας, μπορεί να γίνει ιατρός ή οιοσδήποτε άλλος επιστήμονας. Το να είσαι πτωχός, δεν σημαίνει πως είσαι “φουκαράς”, αξιολύπητος και απόβλητος. Η ευλογημένη και όχι καταραμένη πτώχεια δεν εμπόδισε κανένα από την ευλογία της εισόδου στον ναό της ολοκληρωμένης γνώσης. Αντίθετα τους πείσμωσε και τους έκανε αγωνιστές. Δεν είχαν το άγχος της πρωτιάς. Μπορεί η πρωτιά να τους στέρησε κάποιες χαρές της ζωής, αλλά τους χάρισε τη χαρά της μείζονος προσπάθειας, της αυτοδημιουργίας. Δεν χρωστούν σε κανένα. Δεν είναι αξιολύπητοι ούτε αυτοί, ούτε οι γονείς τους.
Αν ο όρος “αξιολόγηση” περιέχει τοξικότητα, αυτό ισχύει για μία μικρή μειοψηφία του ελληνικού εκπαιδευτικού κατεστημένου, όπως τονίζει ο ακαδημαϊκός και αστροφυσικός Σταμάτης Κριμιζής. Είναι αυτός που πρόσφατα παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Ελληνικού Διαστημικού Οργανισμού, διότι, όπως έγραψε, «δυστυχώς, έτσι δημιουργούνται συνθήκες που υπονομεύουν τα τρία Α: Αξιολόγηση, Αξιοκρατία, Αριστεία»11.
΄Οσοι δοκιμάσθηκαν σε πολλαπλές αξιολογήσεις του πανεπιστημιακού χώρου, έγιναν καλύτεροι, διότι υπήρχε η καλώς εννοούμενη φιλοδοξία της επιτυχίας. Τα εκπαιδευτικά συστήματα των προηγμένων χωρών βασίζονται στην αξιολόγηση, στην αξιοκρατία. Δεν είναι αξιοσημείωτο αυτό που γράφει ο ίδιος ακαδημαϊκός, ότι κατά την επίσκεψή του σε πανεπιστήμιο της Βοστώνης παρετήρησε σε πέτρα της κυρίας εισόδου λαξευμένο το ομηρικό «Αἰέν ἀριστεύειν»;
Μπορεί, ιδίως στις μικρότερες ηλικίες, να δομείται η προσωπικότητα του μαθητή ευστοχότερα, όταν είναι απαλλαγμένη από την ανταγωνιστικότητα και την επιδίωξη της διάκρισης από εγωϊστικούς σκοπούς. Είναι, όμως, διεθνώς ανεγνωρισμένο ότι η Παιδεία οφείλει να εισάγει τον νέο σε φυσιολογικές κοινωνικές συνθήκες. Μία από αυτές είναι ο ανταγωνισμός. «Αλλιώτικα», γράφει ο ομότιμος Καθηγητής του ΕΜΠ Θεοδόσης Τάσιος, «θα παράγομε αγνές παρθένους12, προορισμένες να δυστυχήσουν ως άτομα και ν’ αδυνατούν να συστήσουν ομάδα». 
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα των Προτύπων Πειραματικών Σχολείων. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ποικιλία των ικανοτήτων˙ ούτε να εφαρμόσουμε τον κανόνα “πονάει κεφάλι - κόψει κεφάλι”. Τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα «παραείναι περίπλοκα για να μπορούν να λυθούν με το λυσάρι μιας ιδεολογίας», γράφει ο ίδιος Καθηγητής13.
Υπάρχει, όμως, και το εξής πρωτοφανές για τα δεδομένα του ελληνικού Σχολείου. Με το Π.Δ. 79 (ΦΕΚ 109/τ. Α΄/1-8-2017) καθορίζεται ότι η «επιλογή σημαιοφόρων, παραστατών και υπευθύνων κατάθεσης στεφάνου πραγματοποιείται με κλήρωση ανάμεσα στο σύνολο των μαθητών» της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου. Διά στόματος του πλέον αρμοδίου υπουργού ακούσαμε τα εξής καταπληκτικά -πλην του τελευταίου σημείου: «Για εμάς η σημαία δεν πρέπει να είναι βαθμολογικό έπαθλο. ΄Ολοι έχουν δικαίωμα να την κρατούν, όπως και υποχρέωση να την υπερασπίζονται». Ασφαλώς η σημαία δεν είναι ένα πανί. Είναι το εθνικό μας σύμβολο. Αλλιώς, γιατί διακινδύνευσε την ζωή του ένας Μανώλης Γλέζος, γιατί χύθηκαν κρουνοί αιμάτων, προκειμένου να μη πέσει η σημαία στα χέρια των εχθρών;
Φαίνεται ότι ήλθε ο καιρός να επαληθευθεί η ρήση ότι «οι μαθητές πρέπει να είναι όλοι ίσοι, όπως το κουρεμένο γκαζόν», ή να τα αναθέσουμε όλα στη “θεά Τύχη”.
Η δημοκρατία οφείλει να παρέχει σε όλους τους μαθητές ίσες ευκαιρίες, με το ποιοτικό και αξιοκρατικό Σχολείο που θα παρέχει τη δυνατότητα της αριστείας σε όλους ανεξαιρέτως με βάση την αξία τους˙ να παρέχει πραγματικά δωρεάν παιδεία, χωρίς φροντιστήρια όπου οι φιλότιμοι γονείς δαπανούν εκατομμύρια, με αποτέλεσμα η εισαγωγή στα ΑΕΙ να αποτελεί προνόμιο των κατεχόντων και ολίγων έτι τινών˙ να μη παρατηρείται το φαινόμενο των τόσο πολλών χαμένων ωρών διδασκαλίας˙ να νοικοκυρεύσει τα πράγματα και να μη επιτρέπει τη “μπαχαλοποίηση”, με την παροχή τόσο πολλών δικαιολογημένων απουσιών.
 Πώς μπορούμε να αποδεχόμαστε ότι η προσπάθεια και η πειθαρχία είναι απαραίτητες για να μάθουν τα παιδιά μας κάποιο μουσικό όργανο ή κάποια ξένη γλώσσα, αλλά να αντιδρούμε για τα μαθήματα του Σχολείου και δη τα θεωρητικά; Πώς να μη λυπούμαστε που τα παιδιά μας έχουν ελλιπή επαφή με τα αρχαία Ελληνικά και γι’ αυτό δεν έχουν την ικανότητα της πρόσβασης σε κείμενα του 19ου αιώνα, όπως του Παπαδιαμάντη και άλλων καταξιωμένων Νεοελλήνων συγγραφέων; Αυτό «δεν είναι απλώς μία παράπλευρη απώλεια». Είναι τραγωδία.
Το ζητούμενο είναι η ισότητα ευκαιριών, όχι η “ισότητα τυχαιότητας”, η “ισότητα διά κληρώσεως”, που είναι «ένα μήνυμα παραίτησης, ραστώνης και εφησυχασμού, με γκρι αποχρώσεις τζόγου. Η αριστεία δεν είναι κατάσταση˙ είναι κατάκτηση»14. Επομένως, δεν πρόκειται για αληθινή ισότητα, αλλά για επίπλαστη και ψευδή, διότι καταργεί την άμιλλα, την αξιοκρατία, την αριστεία. ΄Αλλωστε, γιατί η “σημαιοφορία” να μη αποτελεί κίνητρο για τους μαθητές, να τιμηθούν για τις επιδόσεις τους με το εθνικό μας σύμβολο, για το οποίο χύθηκε τόσο αίμα;
 Δημιουργείται, επίσης, και ένα άλλο ζήτημα. Οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου ενστερνίζονται την ιδέα ότι ο συναγωνισμός, η προσπάθεια και η διάκριση ως επιβράβευση δεν έχουν καμία αξία, εφόσον όλα καθορίζονται από την τύχη. Ούτως ή άλλως έχουμε πληθώρα αρίστων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου το άριστα σπάνιζε. Με αυτό το μέτρο της “τυχαιότητος” δεν δοξάζουμε το “εύκολο σχολείο”, το “χαρούμενο σχολείο”; Δεν αναγορεύεται η μετριότητα σε κοινωνικό αγαθό;
Προσωπικά δεν με εκπλήσσει αυτή η απόφαση. Γνωρίζουμε όλοι - ακόμη και αυτοί που στρουθοκαμηλίζουν διά ίδιον όφελος- ότι κάποιοι σε αυτήν τη χώρα έχουν ξεπεράσει κάποια όρια. Περισσότερο με εκπλήσσει η χλιαρή στάση γονέων και εκπαιδευτικών. Όλα θα ξεπερασθούν. Αλλά η κατάργηση αξιών θα στοιχίσει πολύ. Η κατάσταση θα είναι μη αναστρέψιμη. Τελικά, μήπως φθάσαμε από τον μιθριδατισμό στον αβδηριτισμό, από την ανοσία στην ανοησία; Αν η ανοησία και η εκπαιδευτική ισοπέδωση είναι ιδεολογία, τότε ο ασθενής επειγόντως στην εντατική.
Βέβαια, οφείλω να παραδεχθώ ότι συμφωνώ με τη διαπίστωση του υπουργού, ο οποίος αναφέρθηκε σε «αναχρονισμούς που ταλαιπωρούν το εκπαιδευτικό σύστημα». Η επιλογή των σημαιοφόρων, με βάση την αριστεία, δημιουργούσε προβλήματα, όπως ανταγωνισμούς, πιέσεις, βαθμοθηρία, υποκειμενοποίηση, πικρίες. Αυτό, όμως, δεν έδειχνε ότι στην Πατρίδα μας υπήρχε αδυναμία να εφαρμοσθεί σωστά μία κορυφαία εκπαιδευτική διαδικασία; ΄Η μπορούμε να αρνηθούμε την πληθώρα του “Δέκα” στα Δημοτικά Σχολεία;
Τι έπρεπε, λοιπόν, να γίνει; Δεν έπρεπε να θεραπευθεί το σύμπτωμα και να αλλάξει η νοσηρά νοοτροπία όλων μας; Αντ’ αυτού καθορίσθηκε η επιλογή των σημαιοφόρων και παραστατών με κλήρωση. Αυτό αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση και κατάργηση της αριστείας, σε μία ηλικία κατά την οποία θέλουμε να μεταδώσουμε στα παιδιά κοινωνικές και μορφωτικές αξίες.
Το Σχολείο είναι μία μικρή κοινωνία. Πώς μεθαύριο, που το παιδί, ως ώριμος άνθρωπος, θα εξέλθει στην κοινωνία, δεν θα αισθάνεται σαν να είναι σε μία φυλακή, πνιγμένο σαν το ψάρι έξω από το νερό, όταν, απροετοίμαστο, μη εθισμένο στην πειθαρχία, στην άμιλλα και στην επιβράβευση, και νομίζοντας ότι τα αγαθά δεν αποκτώνται με κόπους, βρεθεί σε μία κοινωνία με σκληρούς ανταγωνισμούς; Εκτός και αν διαπιστώσει ακόμη και τότε ότι στην κοινωνία επικρατεί το ρουσφέτι, η αναξιοκρατία, η μετριότητα, οι κοινώς λεγόμενοι “νούλες”, η κομματοκρατία, η συναλλαγή, η “αρπαχτή”, το πελατειακό σύστημα και το δόγμα «η καριέρα είναι χολέρα».
Γιατί, παρακαλώ, οι αριστούχοι να μη αισθάνονται υπερηφάνεια; Ποιοι να είναι υπερήφανοι; Οι ομοφυλόφιλοι, όπως το ακούσαμε από τα πιο επίσημα χείλη; Βέβαια οι άριστοι δεν αποτελούν «προνομιακό πεδίο άντλησης ψήφων», διότι δεν άγονται και δεν φέρονται. Αποτελούν ξεχωριστές προσωπικότητες, ανεξάρτητα άτομα. Αυτοί οι πολιτικοί άνδρες δηλώνουν ότι μας κάνουν υπερήφανους τα χρυσά μετάλλια, έστω και αν οι ίδιοι προσφέρουν λίγα ή σχεδόν τίποτε στην προπόνηση των αθλητών. Για τα μετάλλια που κερδίζονται -ας μη γελιόμαστε- με ιδιωτική πρωτοβουλία, αισθανόμαστε υπερήφανοι. Για τους αρίστους όχι; Η αριστεία είναι ρετσινιά; Οποία κατάπτωση αξιών!
Ευφυέστατα έχουν αναρωτηθεί πολλοί: Εάν ήθελες να κτίσεις το σπίτι σου, θα καλούσες ένα μέτριο πολιτικό μηχανικό και οικοδόμο; Εάν ήθελες να φτιάξεις τα υδραυλικά του σπιτιού σου ή τα ηλεκτρολογικά, θα φώναζες έναν τυχαίο; Όταν θέλεις να συντηρήσεις το αυτοκίνητό σου, πηγαίνεις σε οποιονδήποτε; Ασφαλώς όχι.
Μερικοί θέλουν να μας διδάξουν πως «πρέπει να περάσουμε και από την παιδεία του χαμηλού παρονομαστή σώνει και καλά, για να φτάσουμε στη “Δημοκρατία του μέσου όρου”» (Θάνος Βερέμης). Η αριστεία δεν μπορεί να μετατραπεί σε «βαρύ φορτίο». Δεν είναι ψόγος, «ρετσινιά και στρεβλή φιλοδοξία». Αντίθετα είναι εύσημο για μια ζωή. Είναι μαργαριτάρι που και στη λάσπη ακόμη αν πέσει, θα λάμπει.
Τελικά, μήπως με όλον αυτόν τον κυκεώνα των “μεταρρυθμίσεων” δεν υποβοηθείται ο κοινωνικός αυτοματισμός, η ταξική διάκριση των πολιτών, η ανθρωποφαγία; Στην Ελλάδα δεν μπορείς να είσαι καλός και άριστος, διότι έτσι θα είμαστε όλοι ίσοι; Οι πάντες έχουν προνόμια, εκτός από τα παιδιά με ιδιαίτερα μαθησιακά γνωρίσματα; Προφανώς «ὄμφακές εἰσι», κατά τον γνωστό μύθο του Αισώπου. Πώς θα θεραπεύσουμε μία παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας; Αδιαφορώντας για την αξιοσύνη; Το πρόβλημα των παιδιών μας είναι να “βολευτούν”, όχι να “διακριθούν”; Πώς μπορούμε να υποβαθμίζουμε την ατομική προσπάθεια και να αμελούμε την υποχρέωσή μας να αποδίδουμε τα εύσημα στους αρίστους;
 Δεν πειράζει αν οι άριστοι προκαλούν τον φθόνο, ακόμη και το μίσος κάποιων πλεγματικών. Πολύ εύστοχα έγραφε ο Μίλτος Κουντουράς: «Οι ταπεινοί γύρω μας μάς έριξαν λόγια βδελυρά και μας εμίσησαν - αλίμονο αν δε μας μισούσαν».
Οι αριστούχοι, που βλέπετε σήμερα ενώπιόν σας, είναι επίγονοι εκείνων των αριστούχων μαθητών της ΄Ανω Μακεδονίας που με στερήσεις, με πολύ αγώνα και με βδελυγμία προς τις παροχές και τα
δελεάσματα των βουλγαρικών και ρουμανικών σχολείων στη Μακεδονία, πρόκοβαν, γίνονταν δάσκαλοι, καθηγητές, μετέδιδαν τις γνώσεις και γαλουχούσαν με τον εθνικό φρονηματισμό τους μαθητές. Είναι συνεχιστές των αριστούχων της πόλεώς μας, η οποία στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε οκτατάξιο αρρεναγωγείο, τετρατάξιο παρθεναγωγείο, τρία νηπιαγωγεία και οικοτροφεία αρρένων και θηλέων15.
Σήμερα ατενίζουμε σε σας, αριστούχοι, ως το φέρελπι μέλλον της Πατρίδος μας. Σας υπενθυμίζω -θέτοντας μόνο στον λόγο των γερόντων, αντί της λ. “άλκιμοι” τη λ. “άριστοι”, έννοιες, άλλωστε, ταυτόσημες- τους χορικούς λόγους και αντίλογους στην αρχαία Σπάρτη, οι οποίοι διακρίνονται για τη συντομία και το βαθύ περιεχόμενο16:
- Οι γέροντες: «Ἀμές πόκ’ ἦμες ἄριστοι νεανίαι»17.
- Οι άνδρες: «Ἀμές δέ γ’ εἰμές, αἰ δέ λῇς, αὐγάσδεο18»19.
- Τα παιδιά: «Ἀμές δέ γ’ ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες»20.
Είσθε οι άριστοι, οι τολμηροί, οι γενναίοι, τα παλληκάρια μας στον αγώνα του πνεύματος˙ μέσα σε ένα κόσμο της ήσσονος προσπάθειας, που λιποψυχεί, που υποτιμά τις αξίες και τους αξίους.
Εσείς θα γίνετε πολύ πιο ισχυροί, πιο δυνατοί, καλύτεροι και ανώτεροι. Το ελπίζουμε.


* Ομιλία κατά τη Χρηστίδειο τελετή του ΦΣΦ “Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ” (29-4-2018).
Η θεωρία της ελληνικής Λαογραφίας, σ. 178.
Πρβλ. Ιλιάδα Α 244. Μ 197 κ. α.
Πρβλ. στ. 435, 464, 1300, 1304
Πρβλ. Ιλιάδα Λ 409, 746. Π 292, 551. Ρ 351.
Μία απαραίτητη διευκρίνιση: Ο ομιλητής δεν έχει καμμία διάθεση αντιπολίτευσης. Ανήκει μόνο στην Εκκλησία. ΄Εχει, όμως, καθήκον να λέγει κάποιες αλήθειες.
Καθημερινή 22-2-2015.
Θουκυδίδης, Ιστορίαι 2, 36, 1. 40, 4. 42, 2. 45, 2. 46, 1.
Θουκυδίδης, ό. π., 2, 40, 1.
Υπήρχαν, όμως, και περιπτώσεις πολιτικής εκμετάλλευσης της νίκης στους Ολυμπιακούς αγώνες, όπως του Φιλίππου Β΄, του Ιέρωνα Συρακουσών, του Αλκιβιάδη. Αλλά πρόκειται για ελάχιστες περιπτώσεις.
10 Τα Νέα.
11 Καθημερινή 26-4-2018
12 ΄Εμμεση αναφορά στις κόρες της βυζαντινής εποχής που παρέμεναν συνεχώς κλεισμένες στον γυναικωνίτη ή στο δωμάτιο. Η κόρη ήταν «τόν ἅπαντα θαλαμευομένη χρόνον», κατά τον ιερό Χρυσόστομο˙ PG 51, 230.
13 Καθημερινή 16-8-2015.
14 Γ. Μπαμπινιώτης, ό. π.
15 Κ. Βακαλόπουλος (1992), Ιστορία του βορείου Ελληνισμού - Μακεδονία, σ. 365, Κυριακίδης: Θεσσαλονίκη.
16 Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι – Λυκούργος 21.
17 Εμείς, κάποτε, ήμασταν άριστοι νέοι.
18 Ετέρα γραφή: «πεῑραν λαβέ», δοκίμασε.
19 Εμείς, όμως, είμαστε (τώρα) και αν θέλεις, βλέπε.
20 Εμείς, όμως, θα γίνουμε πολύ πιο καλύτεροι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου